Συμβάν μεταξύ Ματρώζου και Κανάρη.
Ένας Αγωνιστής του 1821, ο οποίος δαπάνησε την Μεγάλη του περιουσία στον Αγώνα για την Πατρίδα, και έγινε Ξακουστός μπουρλοτιέρης, ο Ιωάννης Ματρόζος, πλέον ήταν απελπιστικά φτωχός.
Σε μια στιγμή που με δυσκολία εξασφάλιζε τρόφιμα, ο Ματρόζος, αναγκάστηκε να αφήσει την Υπερηφάνεια του στην άκρη, και να ζητήσει την Βοήθεια του Κράτους.
Ο Σπετσιώτης Αγωνιστής, κατά την διάρκεια της Επανάστασης, είχε σώσει την ζωή του Κωνσταντίνου Κανάρη (Υπουργού Ναυτικών πλέον) όταν οι Οθωμανοί τον κατεδίωκαν έξω από την Τένεδο.
Ο Ιωάννης Ματρόζος λοιπόν, αποφάσισε να ζητήσει την Βοήθεια του παλιού του Συμπολεμιστή, Κωνσταντίνου Κανάρη.
Άξιο αναφοράς είναι ότι σχεδόν όλοι οι κατά το παρελθόν ναύτες του, βρίσκονταν πλέον στα Βασιλικά Καραβία ενώ ο ίδιος όχι.
Μπήκε λοιπόν σε ένα καράβι, έφτασε στην Ύδρα, και από εκεί στον Πειραιά.
Ήταν ρακένδυτος, με ρούχα που θύμιζαν ζητιάνο, και εμφάνιση που μόνο σεβασμό δεν ενέπνεε (ήταν προχωρημένης ηλικίας, με κατάσπρα και μαλλιά και μούσια)
Όταν έφτασε μετά από πολλές περιπέτειες στο Υπουργείο Ναυτικών, του έκλεισε τον δρόμο ένας Υπασπιστής. Ένας άνθρωπος με χρυσή στολή, και ο οποίος συμπεριφερόταν με μεγάλη υπεροψία, παρά το ασήμαντο αξίωμα του.
Ο Ματρόζος ζήτησε “τον Κωσταντή τον Ψαριανό”.
Ο Υπασπιστής του απάντησε με υπεροψία ότι δεν υπάρχει εκεί κανένας Ψαριανός, και να πάει να ζητιανέψει σε κανένα φτωχοκομείο.
Ο Ματρόζος τότε, με υπερηφάνεια και πίκρα, του απάντησε:
“Αν οι ζητιάνοι σαν κι εμέ, δεν έχυναν το αίμα, οι καπετάνιοι σαν κι εσέ, δε θα φορούσαν στέμμα!”
Ο Κανάρης άκουσε τη φιλονικία από τα σκαλοπάτια, και ζήτησε να δει τον γέροντα, που δεν τον αναγνώρισε.
Άργησε να καταλάβει ο Κανάρης, αλλά φέρνοντας στη μνήμη του το ιστορικό του παρελθόν δάκρυσε και τον αγκάλιασε, εξασφαλίζοντας του μια καλή σύνταξη.
Ο Ματρόζος όμως, δεν πρόλαβε να την χαρεί, καθώς πέθανε λίγα χρόνια αργότερα.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου